
Ανάστατο μες το σπίτι το πρωί από την αλήθεια φτερών,
λέξεων και σεντονιών.
Η αρχή της ημέρας,
Φτερουγίζει μες το σπίτι χωρίς κατεύθυνση.
Το σπίτι κρέμεται σαν ρόδι από το κλαδί της καλημέρας.
Και΄συ, χωρίς διεύθυνση καλλιγραφείς το ασύλληπτο του άστρου χέρι,
Το γαλακτερό χέρι που παίζει μέσα σου, μια αλήθεια...
Όχι.
Μην την φωνάξεις με λόγια που κουβαλάνε ουλές και λεκέδες.
Πας κι έρχεσαι σαν μια φτωχή βάρκα,
Μέσα από τους ορίζοντες του ονείρου και της τάξης.
Ξέρω,
Θα επαναλάβεις πάλι και πάλι τις κινήσεις σου
με ένα τεράστιο αόρατο Εψιλον,
Ψηλά στην οθόνη της σκονισμένης τηλεόρασης,
Και εγώ, στον σημαδεμένο καναπέ,
τα φιλιά να απολυμαίνω από τη σκουριά της συνήθειας.
Χνάρια σε μία ανάποδα τοποθετημένη θάλασσα,
θέλουν τα ντιβάνια να σύρουν.
Με την άμμο βουτηγμένη στο δάκρυ
Και τη θάλασσα αποσταγμένη σε μία γυάλα με τα ψάρια.
Άσκοπες προσκολήσεις,
Κληροδοτείς κρύο στο μυαλό μου,
Κρύβονται στα χαρτιά μου, γυαλιστερά φωνήεντα ζαρωμένα...
Κι ο εύθραυστος φόβος, έχει ραγίσει προ πολλού...λέξεων και σεντονιών.
Η αρχή της ημέρας,
Φτερουγίζει μες το σπίτι χωρίς κατεύθυνση.
Το σπίτι κρέμεται σαν ρόδι από το κλαδί της καλημέρας.
Και΄συ, χωρίς διεύθυνση καλλιγραφείς το ασύλληπτο του άστρου χέρι,
Το γαλακτερό χέρι που παίζει μέσα σου, μια αλήθεια...
Όχι.
Μην την φωνάξεις με λόγια που κουβαλάνε ουλές και λεκέδες.
Πας κι έρχεσαι σαν μια φτωχή βάρκα,
Μέσα από τους ορίζοντες του ονείρου και της τάξης.
Ξέρω,
Θα επαναλάβεις πάλι και πάλι τις κινήσεις σου
με ένα τεράστιο αόρατο Εψιλον,
Ψηλά στην οθόνη της σκονισμένης τηλεόρασης,
Και εγώ, στον σημαδεμένο καναπέ,
τα φιλιά να απολυμαίνω από τη σκουριά της συνήθειας.
Χνάρια σε μία ανάποδα τοποθετημένη θάλασσα,
θέλουν τα ντιβάνια να σύρουν.
Με την άμμο βουτηγμένη στο δάκρυ
Και τη θάλασσα αποσταγμένη σε μία γυάλα με τα ψάρια.
Άσκοπες προσκολήσεις,
Κληροδοτείς κρύο στο μυαλό μου,
Κρύβονται στα χαρτιά μου, γυαλιστερά φωνήεντα ζαρωμένα...
Στη μποτίλια το κρασί, πιστό να συζητάει χαμηλόφωνα κουβέντες
Επάνω ψηλά στο στόμα των ποτηριών.
Δεν ήταν δικά μας τα λόγια.
Περνάς χάντρες πολύχρωμες στο θυμό σου
Κι η βελόνα έχει οξειδωθεί...
Δονούμενη η βελόνα σαν μέλισσα στον αγρό,
Τις εκτάσεις αγγίζοντας που χάθηκαν στην ατελώς
μπογιατισμένη σκιά σου...
Κατακτάς το φως με την άσπρη καλημέρα σου.
Και φτιάχνεται εξαρχής τότε η λαμπράδα.
Τα πράγματα μέσα στο μυαλό, ανασυντάσονται
και ανεβαίνουν την πέργκολα
Του μπαλκονιού.
Ένα φεγγάρι στα μάτια, φοράς κι ανθίζει η πόλη.
Τα έπιπλα, ξεσκονίζουν την σημασία που άφησαν τα δάχτυλά μας επάνω τους,
Κι αρχίζουν πλέον να υπακούνε στης ζωής τους αφόρετους ανέμους κι επιστρέφουν στο ψωμί και στο περιστέρι.
Στις μικρές της καλημέρας σου,
Μεγάλες ρώγες από στεφύλι που αναρριχήθηκε
στον άσπρο φράχτη του κήπου μας.
Ωραία μου, αγαπημένη,
Σεντόνι μου ταξιδεμένο από την κουζίνα στον νεροχύτη
Κι από κει στο σύννεφο που σηκώνεις με το βλέμα σου,
Καλημέρα.
