Σάββατο 28 Ιουλίου 2007

Άπτομαι λοιπόν της Αναζήτησης μου...


Μάλλον είναι η χθεσινοβραδινή βροχή, ή, η μελέτη ενός πεζογραφήματος του Irivin D. Yalom που με οδήγησε να σκαρώσω μια ιστορία γι’ αυτήν.

.....Και η Αναζήτηση συνέχισε να ψάχνει δρόμους για ν’ ακολουθήσει. Αποφάσισε να εγκαταλείψει πια τα παλιά της στέκια …. ψυχές, δύσβατα μονοπάτια της σκέψης, καρδιές που κτυπούν αλόφρωνα, ανούσιες αναζητήσεις στα καθημερινά.
Η μάχη βλέπεις ήταν λίγο άνιση.
Ο Στόχος, και το Πρέπει, ήταν αυτά που καθόριζαν πια την πορεία. Μοναχή η Αναζήτηση αντιπάλευε τους δυο μονομάχους, που είχαν βαλθεί να κατακτήσουν το τρόπαιο της κυριαρχίας.
Αναρωτήθηκε.
Μαζί ξεκίνησαν; Μάλλον όχι, τους βρήκε εκείνη, μονιασμένους, πιασμένους χέρι με χέρι να συνταξιδεύουν στον κόσμο των λογικών όντων, και θέλησε να γίνει συνοδοιπόρος τους.
Η Αναζήτηση ισορροπούσε τα στάνταρ του Σκοπού, και κατέρριπτε τις εμμονές του Πρέπει.
Ο χρόνος περνούσε, ο Σκοπός και το Πρέπει, δούλευαν νυχθημερόν, μόνο η Αναζήτηση έμενε σχεδόν ανεκμετάλλευτη.
Ελάχιστοί της άνοιγαν την πόρτα τους. Βλέποντας οι άλλοι δύο ότι δεν δούλευε πολύ την απομόνωσαν, μονοπώλησαν το ενδιαφέρον των ανθρώπων και την παραγκόνησαν.
Έτσι άρχησε η απομόνωση της. Προσπαθούσε να βρει τρόπους για να γίνει χρήσιμη. Τίποτε όμως δεν άλλαζε.
Ήταν Φθινόπωρο είχαν εμφανισθεί τα πρώτα κρύα, σχεδόν κοντά της κάποια χελιδόνια αγκαλιασμένα προσπαθούσαν να ζεσταθούν απο τα κορμιά τους.
-Μα τι κάνετε; Πρέπει να φύγετε. Ο Χειμώνας όπου νάνε έρχεται, και δεν νομίζω οτι θα τον αντέξετε. Δεν είστε σαν τα άλλα πουλιά, οι φωλιές σας έχουν πια καταστραφεί, και η Άνοιξη είναι ακόμη μακριά τους είπε.
-Και που να πάμε; Οι ηλιόλουστες χώρες είναι μίλια μακριά και το ταξίδι δύσκολο. Δεν υπάρχει τίποτε που να μας παρακινήσει γι’ αυτή την περιπέτεια.
-Μα φυσικά και υπάρχει. Η Αναζήτηση...αυτή που θα σας κάνει να νοιώσετε δυνατά, αυτή που θα σας δώσει δύναμη για επιβίωση, αυτή που θα σας φέρει την ερχόμενη Άνοιξη πάλι εδώ.
-Και πιστεύεις ότι μπορεί να μας ακολουθήσει;
-Αρκεί να το θελήσετε...είμαι εδώ δίπλα σας, και θα σας ακολουθήσω όπου κι αν πάτε.
Από τότε η Αναζήτηση ταξιδεύει...πότε- πότε επιστρέφει, και περιμένει...
το κάλεσμα μας.....

... Και μετά ξύπνησα...


Παίρνω παραμάσχαλα το ακρωτηριασμένο κομμάτι του φεγγαριού και συνθλίβοντας τα χέρια μου με την λαιμόκοψη του μαχαιριού του πόνου για να αποφύγω τις μάταιες κινήσεις διάσωσης στο νερό από το νερό και με μία τελευταία κοιταγμένη στα μάτια ανάσα, βουτάω στο βυθό...
Όλες οι αναμνήσεις μου, σαν νύχτα τελευταίου χορού φοιτητοδιαπάλης που τυραννίστηκε αρκετά να εμπεδώσει τα βήματα με μυαλό ανοϊκού και οι φιγούρες που αγάπησα, τώρα πια, ένας δεύτερο χέρι βαμμένος τοίχος... Από κάτω εναπομείνασες οι ξεπλυμένες πετρόλ και ξεραμένες διαφυγές από το χθες και από πάνω, ένα δεύτερο χέρι πλαστικό χρώμα, να μην επιτρέπει στα γραπτά να περάσουν δάκρυα και γέλια ντυμένα σε στιχάκια...
Η πολιτική του καπιταλισμού που όλα τα ακυρώνει κατακερματίζοντας τον κεφαλαιοκρατικό κορβανά της ελευθεριακής πεμπτουσίας, δεν αφήνει πλέον τίποτε στο διάβα του οδοστρο-σω-τήρα θυμού που απαγορεύει με νόμο περί ιδιοκατοίκησης την μνήμη να ξαναεισέλθει στο πατρικό της λήθης...
Ακόμα και τα χρώματα γίνανε πλαστικά, άκαμπτα, άοσμα, άμορφα... και πάνω από όλα, γίνανε στρατοκρατικοί νόμοι που απαγορεύουν κάτι να μείνει έστω και με αντιπαροχή στο κτήμα της μνήμης...
Κάθε μου στίχο, τον παρέσυρε στη σύγκρουσή του επάνω, ένα βετέξ... Βρώμικο σαν τα λόγια τα ακάθαρτα πολιτικών πεσόντων ανδρών που λασπώνουν συνειδήσεις, γλοιώδες σα μαστίχα που κόλλησε στην πολυτριμμένη σόλα του παπουτσιού μου...
Ένα βετέξ... Σημάδι των καιρών πως όλα πρέπει να υπακούσουν στη μνήμη του χρυσόψαρου... Όλα τα θανατικά με ελληνική σφραγίδα γνησιότητος προελεύσεως...
Κι όλα σφραγισμένα αεροστεγώς σε βαζάκια με ταινία προστασίας, μην και κανένας ομοϊδεολόγος μου, αποτολμήσει να κλέψει μία θύμηση μέσα από τα βαζάκια που δες τα τι ωραία και καμαρωτά στέκονται στο ράφι των νέων ιδεοθυμάτων του άκρατου καπιταλοκρατισμού...
Ένα βετέξ και τώρα αναζητώ που πνίγομαι σε μία σταγόνα στο πάτωμα... Ένα βετέξ να με στεγνώσει και μαζί να με οδοστρώσει... Όχι, δε λέω ανακρίβειες... Ούτε πομφόλυγες πτερόεντα λόγια σχηματίζω με τα χείλη τα σαρκώδη της οργής μου...
Είναι καιρός που λογίζομαι εξυπνότερος του απολίτικου τεχνοκρατικού μηχανογραφικού χαρτοτυλικτογραφειοκρατικού πολιτισμού και πλέον σκέφτομαι πως θα μηχανορραφήσω με την παιδαριώδη πολλών ραδιουργία...
Κι έτσι, το βετέξ θα κοροϊδέψω και την βιομηχανία του πλουτοκρατικού αεργοανεργοριζοσπαστικού barcode μου θα χλευάσω και θα πω...
Έλα βετέξ, έλα, με τον οδοστρωτήρα σου, έλα, να με αφομοιώσεις στο πάτωμα, σαν οξύ που αφήνει σημάδι, κουσούρι κι αποτύπωμα, εκεί να αφήσω αιώνιο αέναα σεβαστό τον γραφικό μου χαρακτήρα...

Σε χρησιμοποίησα βυθέ...

Σκούριασες πια στην αχρηστία της σκέψης σου...

Σε έπνιξα...

Κέρδισα...

και μετά ξύπνησα...

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2007

Στοίχειωσε...

Στοίχειωσε το νέο σπίτι
από τα παράπονα
των παλιών του ενοίκων...
στοίχειωσε κι ο κήπος
που έκανε ό,τι μπορούσε
να κρατήσει τις ρίζες βαθιά
στην τεράστια καρδιά του...
Χώμα πατρίδα μου,
χώμα οι σκέψεις μου,
πολιόρκισαν τη θάλασσα
μήπως και η αλμύρα
βυθίσει τη λύπη
του νέου σπιτιού.
Να σου μιλώ και η ψυχή σου να κοιτά
εμένα, το ομορφότερο αγκάθι
της μοναξιάς σου...
Στοίχειωσαν τα παιχνίδια εκείνου
του μικρού πρωινού...
Κι εγώ διατηρώ το χτικιό
της φυσαλίδας του μοναχικού αερικού.
Η δυνατή μουσική
βηματίζει στη νύχτα μου.
Το πιάνο άρχισε να παίζει
κι εγώ έγκλειστος στο στοιχειωμένο σπίτι
εξομολογούμαι
στην πληγή που μόλις έκλεισε
πως ακόμη σ'αγαπώ
ακόμη ελπίζω...

Η πρώτη γραφή...

Όταν καταγραφεί στο μυαλό η εκκίνηση μιας σκέψης αρχίζει να τρέχει μπροστά η πρώτη λέξη ακολουθούμενη από άλλες που τρέχουν με μικρότερη ταχύτητα μέχρι την 1η τελεία। Κάπως έτσι γεννιέται ο πρώτος στίχος। Πότε είναι πλήρης στοχασμών κι αξίζει να γραφεί και πότε είναι κενός περιεχομένου; Η απάντηση βρίσκεται στη θεμελιώδη διαφορά που έχει ένας γράφων με διάθεση να γράψει από έναν ποιητικό νου με ανάγκη να εκφραστεί। Από τη στιγμή που δημιουργείται η ανάγκη σε έναν ν। π. να μιλήσει-σέρνοντας από το χέρι και την ψυχή- αρχίζει να λειτουργεί η λογική του ρήματος «γράφω». Η σκέψη τείνει να βαθαίνει, να συμπυκνώνεται. Ξεκινά σαν μια μεγάλη λίμνη. Όσο ασκείσαι και ζεις πνευματικά τόσο απορροφούνται τα νερά της από το έδαφος ωσότου καταλήξει σε στιγμή. Έδαφος είναι το σύνολο των βιωμάτων, των εμπειριών, των γονιδίων, των γνώσεων ο εαυτός που έχουμε διαμορφώσει διανύοντας τον μέχρι τώρα δρόμο μας στην τέχνη. Η διαδικασία της σμίκρυνσης είναι χρονοβόρα και επώδυνη. Αυτός ο κόκκος άμμου, η τελευταία σκέψη είναι η σταγόνα ακμής, η ατόφια ύλη του ποιήματος. Το νερό που απορροφήθηκε είναι οι λέξεις που σβήστηκαν, εκδιώχθηκαν, με σκοπό την απαλλαγή κάθε περιττού. Ό,τι πετάχτηκε είναι το υπέδαφος του ποιήματος. Ο χαρτοπολτός των απορριμμάτων είναι τα θεμέλιά του. Η παρρησία που απαιτείται για όσο καλύτερη απογύμνωση της σκέψης από τα στολίδια της εκζήτησης, της υποσυνείδητης προβολής του εγώ ή την ανούσια-έξαρση μιας πολυτελούς τεχνικής είναι δεδομένη σε κάθε ποιητικό νου. Τα πολύπλοκα νοητικά οικοδομήματα, οι δαιδαλώδεις λεκτικοί σχηματισμοί καταδεικνύουν πνευματική ρηχήτητα. Είναι απόδειξη ουσιώδους αδυναμίας για ενδελεχή αναζήτηση της κύριας σκέψης που ίσως ενθαρρύνει την έλευση μιας ιδέας στο φως. Ο ποιητικός νους νιώθει την ανάγκη να συναντηθεί με όλων των ανθρώπων τις ζωές κατά τη διάρκεια της δικής του. Να παλέψει, να παρηγορήσει, να καταδικάσει, να υμνήσει, να μοιραστεί τα πνευματικά του υπάρχοντα και να προσφέρει. Όχι με την ψυχολογία του ήρωα, του μάρτυρα ούτε ακόμη με του δημιουργού. Νιώθει την ανάγκη αυτή γιατί είναι ένας μοναχικός τεχνίτης και δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Γεννημένος με το χάρισμα να εκφράζεται λογοτεχνικά, ζώντας μια ζωή πνευματικά ανήσυχη, πολλαπλώς ασκούμενος στην τέχνη του και αενάως μαθητεύοντας τους όρους της ζωής και τη φύση του ανθρώπου, έχοντας αυτογνωσία γερή κι ευκολία αυτοαναίρεσης «αναγκάζεται» να δείξει το δρόμο. Αγαπά τον κόσμο χωρίς να τον μετουσιώνει μέσα του σε κοινό. Ξέρει πως γράφω σημαίνει αναζητώ. Σκάβοντας μέσα μου, ψάχνοντας την αληθινή μου ουσία, γνωρίζοντας την σοφία του παρελθόντος, ζω σθεναρά την αντίρρηση στο τέλμα και στο σκοτάδι. Αν ανθίσει κάτι, θα ΄χει ανθίσει αβίαστα στον καιρό του κι ίσως να μην είναι κανείς τριγύρω. Η φύση έχει τον τρόπο να εντάξει ότι αξίζει στην ιστορία της...Γράφω σημαίνει ψηλαφώ κι ελπίζω μια μέρα να βρω την τομή του εαυτού μου με τον ρυθμό του κόσμου. Γι’ αυτό η μόνη χαρά είναι η στιγμή της συνάντησης. Όταν η σκέψη ντύνεται την ποιητική της μορφή και βγαίνει να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους. Αν γίνει η συνάντηση αυτή τότε έχει λόγο ύπαρξης το ποίημα. Τότε «γεννιέται». Και μόνο τότε δικαιώνεται ο νους που με σιγουριά πλέον ονομάζεται ποιητικός. Όλη του η ζωή καταξιώνει τη γραφή του και κάθε του λέξη καταξιώνεται από τη ζωή του. Ο λόγος του, ο χρόνος του, πώς τον μοιράζει και που οι φίλοι του, όλα εναρμονίζονται με την αύρα και το βάρος της προσωπικότητάς του, που είναι ο δείκτης της πνευματικότητας και της ποιητικής του δύναμης. Ο ποιητικός νους έχει αντισώματα. Δεν προσβάλλεται από τον ιό της έπαρσης. Ούτε υιοθετεί ψευδή ταπεινότητα για να ισορροπήσει με την ανασφάλεια και την ανάγκη της προβολής του. Έχει δημιουργημένη άποψη, έχει λόγο. Αντίθετα ο γράφων αγγίζει το χαρτί με κίνητρο μια αγάπη για την ποίηση που στην ουσία είναι αγάπη για το γράψιμο και ακόμα βαθύτερα αγάπη του εαυτού του μέσα από το γράψιμο, αγάπη για το αίσθημα καταξίωσης που παίρνει από τους άλλους ή κι από τον ίδιο του τον εαυτό. Γι’ αυτό διαλέγει το εμφανές-ανέκοπο κομμάτι της τέχνης, την «εύκολη δουλειά» κι όχι την μελέτη, το στοχασμό και τη σιωπή. Αγνοώντας ή αδιαφορώντας για το βασικότερο στοιχείο της λογικής του ρήματος γράφω, που είναι η σιωπή, η πλούσια σιγή, μιλάει. Ο σπόρος της ποίησης όμως γονιμοποιείται στη σιωπή. Ο γράφων εισπράττει το ρήμα γράφω κυριολεκτικά κι όχι με την μεταφυσική έννοια και με τους φανταστικούς όρους της λέξης. Γι’ αυτό γράφει ακατάπαυστα, διαβάζει ελάχιστα χωρίς περισυλλογή και καλλιέργεια και τυπώνει πολύ νωρίς, χωρίς δισταγμό την κάθε του λέξη επιζητώντας συνειδητά ή ασυνείδητα τον θαυμασμό. Η αποδοχή και η καταξίωση όμως είναι συνέπεια του έργου κι όχι κίνητρο της γέννησής του.



Κάθε απόπειρα γραφής η συγγραφής είναι αποδεκτή αρκεί να είναι ορισμένο με σαφήνεια μέσα μας το αληθινό κίνητρο και με τιμιότητα ομολογημένη η πρόθεση μας. Εύκολα ένας γράφων μασκαρεύεται σε ποιητικό νου. Το λάθος κίνητρο όμως βοά σε κάθε του ποίημα. Συχνά διαβάζω ποιήματα «άδειες κορνίζες». Όσο όμορφα κι αν είναι δεν έχουν φτερά να ανοίξουν για να πετάξουν. Όσο όμορφα κι αν είναι δεν παύω ποτέ να αναζητώ τη φωτογραφία. Δεν παύω ποτέ να αναζητώ τον θαυμαστό ποιητικό νου που φωτίζει με χιλιάδες ήλιους το βλέμμα του ποιητή και καθρεφτίζει τη Ζωή όλου του Κόσμου.

Φέρνει μαντάτα το φτερό

Πώς να σου το πω,

ψιθυριστά με άνοιγμα των χειλιών πελώριο,

ουρανός που φέρνει στα χέρια μισολιπόθυμη τη βροχή

να δροσίσει τα σπαρτά που κοιμούνται στη απεργία της σιωπής…

Θέλω να σου το πω,

χαραγμένο με δάχτυλο σε σκόνη τζαμιού,

σε παλάμες μοιρασμένες στο φιλί και το χάδι,

ανυπόστατη απόδειξη εγκλήματος…

Πώς να σου το πω,

Με ψωμί και βούτυρο σε απλωτές μαχαιριές σε καλοκαιρινή βεράντα,

Με σταρένια γεμάτη φωνή και στήθος παρέλασης ολόρθο,

Με χαμένα πυροφάνια σε ψαριά φθινοπώρου,

Με λέξη που σκαρώθηκε στον ύπνο του έρωτα,

χίλια χέρια ενός χεριού,

αναμνηστική επανάληψη μίας κίνησης…

Θέλω να σου το πω,

Με άρνηση συλλαβής που τραβά δίχτυ προς την ξηρά,

Με πεθαμένο τρέμουλο σταγόνας κρασιού που χορεύει στα χείλη,

Με βαμμένο κόκκινο φεγγάρι επάνω σε ράχη γυαλιστερή ψαριού

Τη νύχτα που η πανσέληνος φορά τους πλανήτες νυφικό

Και παντρεύεται την αλαφράδα του αφρού στη μία το πρωί…

Θα σου το πω,

Να το συλλάβεις με χειροπέδες ανέμου που το ταξιδεύουν,

Να το πιεις με το δάκρυ της βροχής,

Να το ζυμώσεις σε φύλλο πίττας το μεσημέρι,

Να το φυσήξεις καθάριο σε αλεύρι απλωμένο…

Να στο ξαπλώσω σε λόγο πλάγιο,

Κουρνιασμένο στο κρεβάτι πριν κοιμηθεί ο ύπνος…

Καληνύχτα…

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2007

Πόσο βαθύ είναι τούτο το καλοκαίρι;


Δώδεκα η ώρα του άχρονου σταματημένου ρολογιού...
Πάντα ίσως να ήταν δώδεκα αλλά να μην είχα πάρει είδηση ότι ήταν...

Οι σιωπές στο πάτωμα, τρώνε με σάρκα από σαράκι και την τελευταία ευκαιρία φωνής, κραυγής, οδύνης... Το φως μπαίνει απαλά από τις γρίλιες, για να μη με τρομάξει και ξυπνήσω από τον καλοκουρεμένο ύπνο μου, ενώ το νέον από το απέναντι μοτέλ μου τσιγαρίζει την υπομονή σιγά σιγά... Το καλοκαίρι έχει ήδη μπει με τα βαριά του τσόκαρα και κάνει πολύ θόρυβο στο επάνω πάτωμα... Το επάνω πάτωμα, γίνεται κάτω πάτωμα, το κάτω γίνεται επάνω και εγώ με συλλαμβάνω να κηνυγάω αστερίες στο ταβάνι με πόδια που περπατάνε σε ένα σεντόνι αέρα... Γυρνάω τους τοίχους ανάποδα και με αίμα γράφω μια λίστα με τα υπάρχοντά μου... Αιμορραγώ εδώ και καιρό μοναχικές φωταψίες από λιγνές καληνύχτες... Τώρα πια, το κλιματιστικό φτύνει έντομα στο μυαλό και η αυτόματη σκανδάλη της γραφής, πυροβολά ότι στέκει ακόμη ακίνδυνο στο ψυγείο και κρυώνει το πιο βαθύ συναίσθημα...
Κι εγώ μένω πάντα πίσω, να συμμαζεύω από το πάτωμα τα βρεγμένα σεντόνια και τα κρύσταλλα από τα δάκριά σου, τις πεντάμορφες σταλαγματιές που λυγερόκορμες προσμετρώνται σε μία σιωπηλή καληνύχτα μου, καθώς εσύ κλείνεις την πόρτα πριν ακόμη η ανάμνησή σου με εγκαταλείψει και έχεις ήδη πάρει μια μορφή απουσίας ενώ ο ήχος από το στριφογύρισμα του κορμιού σου όταν έκανες κινήσεις συστροφής, ακόμη παίζει σιγόντο στο ράδιο... Η νύχτα μπαίνει στο σκηνικό, εγώ ακόμη απουσιάζω και το έργο έχει ήδη δεχθεί τα χειροκροτήματά του... Ο ηθοποιός ήλιος, τί ωραία που παίζει το ρόλο του και κατακαίει εμπρηστικά τα δάση του μυαλού...
Βρέχει από ώρα...
Κινείσαι από παράθυρο σε παράθυρο σαν ερημιά... Ξωτικό...
Πού αρχίζει ο φόβος και με ποιά λύτρωση συνορεύει η χαρά, δεν ορίζω...
Κάτι μέσα μου εξακολουθεί να ποζάρει σα μοντέλο σε φωτογράφηση ασπρόμαυρη...
Ποζάρεις αργά, μπροστά σε μισόκλειστα παράθυρα, αλλάζεις στάσεις σαν ωροδείκτης μεθυσμένου ρολογιού κι αναρωτιέμαι, αν είσαι εσύ που γνώρισα πριν χρόνια τόσο μακριά από το εδώ μου...
Η απόσταση πλησιάζει τα δύο άκρα της και σε κυκλώνει μέσα σε κήπο με αναμνήσεις και λήθες...
Η μαγνητική βελόνα χτυπάει βελόνα με δεξτρόζη στο μυαλό και συνεφέρει το μαξιλάρι που σκουντάει και πάλι άγρια τον ύπνο μου...
Ξυπνάω με ιδρωένο φανελάκι και νοιώθω έναν αδιάβροχο πόνο να με συμμαζεύει από το πάτωμα, ολόιδια γόπα τσιγάρου...
Το κάπνισα; Πάντα σιχαινόμουν τα μεγάλα λευκά καρκινώματα...
Πάντα όμως αναζητούσα να καπνίζω εντός μου τα φουγάρα τα μεγάλα της επιστροφής...
Και να έρχεσαι στο λιμάνι, να κάνεις το δάκρυ σου κόλπο και να βουτώ εντός σου...
Αφύλαχτος σαν να περνάω με ταχύτητα २०० μία σιδηροδρομική διάβαση με σπασμένη ξεχαρφαλωμένη σήμανση...
Κι εκεί επάνω στη σύγκρουση, να με ανασυντάσσω...
Αναστατωμένος τότε, παίρνω πάντα, σε μία ελειπτική επαναληπτική κίνηση, २० μιλιγκράμ από κουράγιο και με συναρμολογώ...

Σ’ ακούω να μιλάς μερικές φορές, να μιλάς, να μιλάς και να μη διακρίνω ούτε ένα σημάδι λύπης, ούτε ένα δάκρυ, ούτε μια προσμονή να ξεφεύγει πέρα από τα όρια της ζωής σου.

Μέσα μου ξημερώνει ένα πιο κερασέρυθρο κόκκινο το γαλάζιο τ’ ουρανού,
το δικό σου σωθικό γαλάζιο...

Καληνύχτα δίχως νύχια που πιανόμουν κάποτε σαν νυχτερίδα από το ταβάνι...

Καληνύχτα σε ένα νέο όνειρο... Πιο υπνωτισμένο από το προηγούμενο περισυνό καλοκαίρι...

Παράθυρο στα μάτια σας

Δε θα'θελα να σας πω για το απλήρωτό μου ενοίκιο στο όνειρο,

γιατί τώρα έτσι που σε βλέπω να πίνετε ανέμελοι ολόιδιοι μέλισσες τον καφέ σας,

με την κατήφεια μου και το φόβο μου, θα σας τον πικράνω।

Ξέρω μόνο να σας πω, πόσα "όλα" είναι τα "όλα" που ζητάμε στη ζωή.

Ένα χελιδόνι, περνώντας ξυστά από το χαρτονόμισμά μου,

μου τα ψιθύρισε και προς στιγμήν, αναρίγησα.

Γιατί, ότι κι αν μου ψέλλισε, ήταν Χειμώνας...

Χειμώνας η ακρίβεια.../ Χειμώνας η ανεργία...

Χειμώνας ο μισθός.../ Χειμώνας κι ο Χειμώνας...

Όμως, γνωρίζω καλά πως αν σας αντικρίσω σε μία Άνοιξη,

με ορθάνοιχτα τα σκέλια της διαβρωμένης βαρυχειμωνιάς,

κάτι καλό θα έχει σίγουρα επιτελεστεί, μεταξύ άνοιξης ενός παραθύρου...

Και θα'ναι "όλα" τότε, δικά μας και των άλλων,

δανεισμένα ρούχα του διπλανού και μεθυσμένες στον έρωτα λέξεις,

φυλαγμένη εφηβική επανάσταση και διαδήλωση των αρκετών

που "οι από τα πάνω", τους είπανε "λίγους"...

Κι ο καφές σας, θα'ναι πιο πολύς, κι ο μισθός σας θα αγοράζει το όνειρο...

Του διπλανού θα μπορείτε να αγοράσετε το αύριο,

να μη μείνει με στενά ρούχα το σήμερά του...

Και θα με κοιτάτε πλέον με μία ανακούφιση εξοφλημένων κοινοχρήστων.

Και θα έχετε ήδη απλώσει τα χέρια σας γύρω από το λαιμό μου

με μία ανεξάντλητη γαλήνη ύπνου.

Τότε ναι, τι ωραία που θα τραγουδάνε τα κέρματα

και θα θροΐζουν τα χαρτονομίσματά σας, στη γεμάτη καλοκαίρι τσέπη σας...

Τότε ναι, τι όμορφο που θα θυμίζετε καλοκαιρινό περίπατο στη θάλασσα,

έτσι που θα χαμογελάτε με αυτό το χαμόγελο κατάκτησης

του πρώτου ιδρωμένου μισθού.

Τότε ναι, τι Μαγιάτικα λόγια θα εξομολογηθούν τα χείλη σας,

με εκείνο το παράξενο μούδιασμα του αδιάβαστου μαθητή

που μπαίνει χωρίς προαίσθημα κακό στην τάξη...

Μα τώρα, τώρα ναι, έχουμε πολλή δουλειά ακόμη,

να στεριώσουμε το μεγαλείο της αντίστασης...

Ανοίξτε το παράθυρο των ματιών σας,

να μυρίσει το σαλόνι,

μπαχαρικά της διπλανής και συνθήματα και τραγούδια...

Τρίτη 24 Ιουλίου 2007

Φορές φορές, κυλάω σε μια απόσταση που ακυρώνει την στάση...

Κάθε φορά που η ψυχή λαχταράει ένα τόπι, κυλιόμαστε στις αλυκές του παρελθόντος.

Στο παρόν, αντίθετα, μας έμαθαν πως μόνο αυτός που στέκεται στα δυο του πόδια είναι αληθινός μαχητής. Στα πέλματα φθάνουν ριπές από νερό, χώμα ή άσφαλτο.

Κάποτε μάλιστα πετάμε με περίσσια χάρη το παλιό μας ένδυμα, όπως ακριβώς κάνουν τα ερπετά.

Για το μέλλον πάλι, δίνουμε όλα τα γκάζια. Γαντζωνόμαστε με νύχια και με δόντια κι επιθυμούμε όνειρα μικρά και όνειρα μεγάλα.

Τώρα αν αυτά βρίσκονται πολύ ψηλά, αν νιώθουμε ίλιγγο στην ταράτσα ενός ουρανοξύστη, αυτό είναι άλλο θέμα. Κι αν μας τρομάζει επικίνδυνα το ύψος ή το τεντωμένο σχοινί μιας επιθυμίας, βουτάμε στο κενό να πάρουμε στα χέρια εκείνο το ξεχασμένο τόπι σε κάποιο χαρτοκιβώτιο Νουνού ή στα σχέδια ενός μπλοκ ιχνογραφίας...

Θα μας κατηγορήσουν για παλιμπαιδισμό!Το ξέρω και το ξέρεις!

Πάντα κατηφορικός δεν ήταν ο δρόμος προς τη θάλασσα;

Πάντα κατηφορικός ο δρόμος απ' τις επάνω αλάνες του παρόντος !

Κι ολοένα, κατηφορίζουμε σε μία ευθεία συνεχόμενη που κάπου στο τέρμα της, θυμίζει μία στροφή με εσωτερική συστροφή...

Σε μπέρδεψα ;

Πάρ 'το απ' την αρχή...

Κι όπου βγει...

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2007

Το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας από την πλευρά του λύκου


Η ξενοφοβία και ο ρατσισμός ξεκινούν από την ιδέα ότι δίκιο υπάρχει μόνο στη μία πλευρά.

Προσπαθώντας να συμβάλλουμε στην αναγνώριση της σύνθεσης, των απόψεών σας, σας χαρίζω σήμερα ένα πολύ εφάνταστο παραμύθι...

το παραμύθι της κοκκινοσκουφίτσας από την πλευρά του δυσφημισμένου λύκου.

Καλή διασκέδαση....

Το δάσος ήταν το σπιτικό μου.

Ζούσα εκεί και νοιαζόμουν γι’ αυτό.

Προσπαθούσα να το διατηρώ ταχτικό και καθαρό.

Κάποτε, μια ηλιόλουστη μέρα, ενώ προσπαθούσα να συμμαζέψω κάτι σκουπίδια που είχε παρατήσει ένας κατασκηνωτής, άκουσα βήματα. Πήδηξα πίσω από ένα δέντρο και είδα ένα
μικρό κορίτσι να έρχεται από ένα μονοπάτι, κρατώντας ένα καλάθι. Μου φάνηκε ύποπτη από την αρχή γιατί φορούσε αστεία ρούχα ολοκόκκινα, και το κεφάλι της ήταν καλυμμένο με μια κουκούλα σαν να μην ήθελε να την αναγνωρίσουν. Φυσικά την σταμάτησα για να ερευνήσω το ζήτημα. Την ρώτησα ποια ήταν, που πήγαινε, από που ερχόταν κ.τ.λ. Μου είπε μια ιστορία για κάποια γιαγιά που πήγαινε να την επισκεφθεί και να της πάει φαγητό. Έδειχνε βασικά έντιμο άτομο, αλλά βρισκόταν στο δάσος μου και έδειχνε ύποπτη μ’αυτά τα ρούχα. ΄Έτσι αποφάσισα να της δείξω πόσο σοβαρό ήταν να εισβάλλει έτσι, χωρίς ειδοποίηση, ντυμένη αστεία. Την άφησα να συνεχίσει αλλά έτρεξα πριν από αυτήν στο σπίτι της γιαγιάς της. Όταν συνάντησα την συμπαθητική γριούλα της εξήγησα το πρόβλημά μου και συμφώνησε ότι η εγγονή της χρειαζόταν ένα μάθημα. Η γριούλα συμφώνησε να κρυφτεί ώσπου να την φωνάξω. Έτσι, κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι. Όταν έφτασε το κορίτσι την κάλεσα να μπει στην κρεβατοκάμαρα όπου βρισκόμουν στο κρεβάτι ντυμένος σαν τη γιαγιά. Το κορίτσι ήρθε με τα κόκκινα μαγουλά της και είπε κάτι άσχημο για τα μεγάλα μου αυτιά. Με είχαν προσβάλλει κι άλλοτε και έτσι προσπάθησα να πω κάτι θετικό. Είπα ότι, ίσως, τα μεγάλα μου αυτιά, μου επέτρεπαν να την ακούω καλύτερα. Δηλαδή έδειχνα ότι την συμπαθούσα και ήθελα να προσέχω αυτά που λεει. Αλλά έκανε άλλο ένα καλαμπούρι για τα γουρλωτά μου μάτια. Τώρα καταλαβαίνετε πώς άρχισα να αισθάνομαι γι’ αυτό το κορίτσι που έβαζε ένα ευγενικό προσωπείο αλλά ήταν τόσο κακοήθης. Παρ’ όλα αυτά έχω την τακτική να γυρίζω και το άλλο μάγουλο και της είπα ότι τα γουρλωτά μου μάτια με βοηθούν να την βλέπω καλύτερα. Η επόμενη προσβολή στ’ αλήθεια με νευρίασε. Έχω κάποιο σύμπλεγμα για τα μεγάλα μου δόντια κι αυτό το κορίτσι έκανε μία προσβλητική παρατήρηση. Ξέρω ότι θα έπρεπε να μην χάσω την ψυχραιμία μου αλλά πήδηξα από το κρεβάτι και της φώναξα πως τα μεγάλα μου δόντια ήταν χρήσιμα για να την φαω καλύτερα.

Τώρα ας είμαστε ειλικρινείς, κανείς λύκος δεν θα έτρωγε ποτέ ένα κορίτσι, όλοι το ξέρουν αυτό, αλλά αυτό το τρελοκόριτσο άρχισε να τρέχει γύρω-γύρω ουρλιάζοντας κι εγώ προσπαθούσα να την φτάσω για να την ηρεμίσω. Έβγαλα και τα ρούχα της γιαγιάς αλλά αυτό φάνηκε να χειροτερεύει τα πράγματα. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε με δυνατό κρότο και ένας μεγαλόσωμος τύπος στεκόταν εκεί με το τσεκούρι του. Τον κοίταξα και κατάλαβα ότι είχα βρει τον μπελά μου. Υπήρχε ένα ανοιχτό παράθυρο πίσω μου και την κοπάνησα.

Θα ήθελα να μπορούσα να πω πως εδώ τελειώνει η ιστορία. Όμως αυτή η γριούλα γιαγιά ποτέ δεν είπε την δική μου πλευρά της κατάστασης. Σύντομα κυκλοφόρησε η φήμη ότι ήμουν κακός και μοχθηρός. ΄Όλοι άρχισαν να με αποφεύγουν. Δεν ξέρω τι έγινε το κοριτσάκι με τα αστεία κόκκινα ρούχα, όμως εγώ δεν έζησα από τότε καλά. Έτσι αποφάσισα να σας γράψω την ιστορία μου.

Με εκτίμηση

Ο λύκος


Παρασκευή 20 Ιουλίου 2007

Καλωσήρθατε στον κήπο των λέξεων...


Καλωσορίσατε στον κήπο των λέξεων...

Εμπιστευτείτε αυτό το μπλόκ και ολίγον τι από blog για να φυτέψετε τα πιο ευωδιαστά λουλούδια της ψυχής σας...

Μη φοβηθείτε να εκφραστείτε ολοστρόγγυλα καλύπτοντας κάθε α-γωνία της καρδιάς σας...


Εγώ, μη διστάζετε, θα απουσιάζω και απλώς θα αναμεταδίδω το ολάνθιστο του συναισθήματός σας σαν να επρόκειτο να είμαι ένας ακόμη πολεμικός ανταποκριτής που από το μέτωπο της μάχης, ενημερώνει με δελτίο παροχής το φιλοθεάμον κοινό πως κάτι υπάρχει εκεί έξω...

Εσείς απλώς, ξετυλίξτε το πιο μεγάλο καλοκαίρι που ανασαίνει ακόμα ελαφρύ τον ύπνο του σεντονιού εντός σας και σύρτε με τα δίχτυα της αγάπης σας το κύμα να βγει στην ακτή και να μυρίσει ο λιμένας καλοκαίρι...

Ελάτε μαζί να διαδηλώσουμε τον σοσιαλισμό του φιλιού και να βυθομετρήσουμε τις ανακωχές που μπορούμε να επιτύχουμε μέσα από την αναρρίχηση της νύχτας...

Καλωσήρθατε λοιπόν και μεταξύ λοιπών,

παρακαλώ σας,

εκφραστείτε με το άλφα και το ωμέγα σας...

Καλό μας ταξίδι στη Χίμαιρα...

Μ'εκτίμηση,

Alehandro

Διαδηλώστε το φιλί και το Σοσιαλισμό της ΑΓΑΠΗΣ !

Διαδηλώστε το φιλί και το Σοσιαλισμό της ΑΓΑΠΗΣ !

Καλωσήρθατε στον κήπο των λέξεων... Αφήστε την πένα σας να ανθίσει...

Εγώ θα απουσιάζω για να ομορφαίνω με την απουσία μου, το ωραίο εναιώρημα της γραφής σας και να αποτελώ μόνο έναν πολεμικό ανταποκριτή που θα αναμεταδίδει από το μέτωπο της μάχης της γραφής, τα δικά σας γεγονότα και καθέκαστα...

Εσείς, απλώς, εμπιστευτείτε αυτό το μπλόκ κι όχι μόνο Blog και αφήστε τα ίχνη σας για να σας αναζητήσω και πάλι σε μία εσωτερική αναρρίχηση τα βράδια που τα λόγια θα ανεμίζουν στον ωκεανό της σκέψης από πάνω και θα ντύνουν το συναίσθημα για να μην κρυώνει...

Καλές υπόλοιπες θερινές σκέψεις και μην ξεχνάτε να αγρεύετε το μεγαλείο της ζωής, καθώς το καλοκαίρι εντός μας διαρκεί μόνο μέχρι να τραβήξουμε με τα δίχτυα και την τελευταία σταγόνα από το κύμα του πρωτοειδομένου Καβαφικού Λιμένα...

Καλές βυθομετρήσεις... στο βυθό της λογικής και στο συνειδητό του υπό μας...

Σας χαιρετώ,

Alehandro