Παρασκευή 31 Αυγούστου 2007

La casa en la मनिअम-Το σπίτι το πρωί


Ανάστατο μες το σπίτι το πρωί από την αλήθεια φτερών,
λέξεων και σεντονιών.
Η αρχή της ημέρας,
Φτερουγίζει μες το σπίτι χωρίς κατεύθυνση.
Το σπίτι κρέμεται σαν ρόδι από το κλαδί της καλημέρας.
Και΄συ, χωρίς διεύθυνση καλλιγραφείς το ασύλληπτο του άστρου χέρι,
Το γαλακτερό χέρι που παίζει μέσα σου, μια αλήθεια...
Όχι.
Μην την φωνάξεις με λόγια που κουβαλάνε ουλές και λεκέδες.
Πας κι έρχεσαι σαν μια φτωχή βάρκα,
Μέσα από τους ορίζοντες του ονείρου και της τάξης.
Ξέρω,
Θα επαναλάβεις πάλι και πάλι τις κινήσεις σου
με ένα τεράστιο αόρατο Εψιλον,
Ψηλά στην οθόνη της σκονισμένης τηλεόρασης,
Και εγώ, στον σημαδεμένο καναπέ,
τα φιλιά να απολυμαίνω από τη σκουριά της συνήθειας.
Χνάρια σε μία ανάποδα τοποθετημένη θάλασσα,
θέλουν τα ντιβάνια να σύρουν.
Με την άμμο βουτηγμένη στο δάκρυ
Και τη θάλασσα αποσταγμένη σε μία γυάλα με τα ψάρια.
Άσκοπες προσκολήσεις,
Κληροδοτείς κρύο στο μυαλό μου,
Κρύβονται στα χαρτιά μου, γυαλιστερά φωνήεντα ζαρωμένα...
Κι ο εύθραυστος φόβος, έχει ραγίσει προ πολλού...
Στη μποτίλια το κρασί, πιστό να συζητάει χαμηλόφωνα κουβέντες
Επάνω ψηλά στο στόμα των ποτηριών.
Δεν ήταν δικά μας τα λόγια.
Περνάς χάντρες πολύχρωμες στο θυμό σου
Κι η βελόνα έχει οξειδωθεί...
Δονούμενη η βελόνα σαν μέλισσα στον αγρό,
Τις εκτάσεις αγγίζοντας που χάθηκαν στην ατελώς
μπογιατισμένη σκιά σου...
Κατακτάς το φως με την άσπρη καλημέρα σου.
Και φτιάχνεται εξαρχής τότε η λαμπράδα.
Τα πράγματα μέσα στο μυαλό, ανασυντάσονται
και ανεβαίνουν την πέργκολα
Του μπαλκονιού.
Ένα φεγγάρι στα μάτια, φοράς κι ανθίζει η πόλη.
Τα έπιπλα, ξεσκονίζουν την σημασία που άφησαν τα δάχτυλά μας επάνω τους,
Κι αρχίζουν πλέον να υπακούνε στης ζωής τους αφόρετους ανέμους κι επιστρέφουν στο ψωμί και στο περιστέρι.
Στις μικρές της καλημέρας σου,
Μεγάλες ρώγες από στεφύλι που αναρριχήθηκε
στον άσπρο φράχτη του κήπου μας.
Ωραία μου, αγαπημένη,
Σεντόνι μου ταξιδεμένο από την κουζίνα στον νεροχύτη
Κι από κει στο σύννεφο που σηκώνεις με το βλέμα σου,
Καλημέρα.

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2007

Σκάβω τα βράδια...


Ελάφρωσε με ψυχή-πηγή μου!
Σκάβω τα βράδια στο μελάνι,
όπου αποθηκεύω ρημαγμένους συλλογισμούς.
Σ’ ακούω κάθε που η νύχτα χάραμα σταλάζει
να ανοίγεις την πόρτα,
όταν έρχεται η στιγμή που ο ύπνος μεθά
τα σώματα, τότε βαραίνει μια μουτζούρα
τα στήθια του σύμπαντος.
Θέλω να έρθω να σε βρω,
να σου πω για τις μέρες
των μεγάλων φορτίων
τότε που με συντρόφευες,
χνούδινη φλούδα του δικού σου φλοιού...
Το παραπάνω ποίημα είναι ένα αγαπημένο μου από τη φίλη μου
Μαρία Θανοπούλου
ποιήτρια και επιστήθια φίλη μου...

Σάββατο 28 Ιουλίου 2007

Άπτομαι λοιπόν της Αναζήτησης μου...


Μάλλον είναι η χθεσινοβραδινή βροχή, ή, η μελέτη ενός πεζογραφήματος του Irivin D. Yalom που με οδήγησε να σκαρώσω μια ιστορία γι’ αυτήν.

.....Και η Αναζήτηση συνέχισε να ψάχνει δρόμους για ν’ ακολουθήσει. Αποφάσισε να εγκαταλείψει πια τα παλιά της στέκια …. ψυχές, δύσβατα μονοπάτια της σκέψης, καρδιές που κτυπούν αλόφρωνα, ανούσιες αναζητήσεις στα καθημερινά.
Η μάχη βλέπεις ήταν λίγο άνιση.
Ο Στόχος, και το Πρέπει, ήταν αυτά που καθόριζαν πια την πορεία. Μοναχή η Αναζήτηση αντιπάλευε τους δυο μονομάχους, που είχαν βαλθεί να κατακτήσουν το τρόπαιο της κυριαρχίας.
Αναρωτήθηκε.
Μαζί ξεκίνησαν; Μάλλον όχι, τους βρήκε εκείνη, μονιασμένους, πιασμένους χέρι με χέρι να συνταξιδεύουν στον κόσμο των λογικών όντων, και θέλησε να γίνει συνοδοιπόρος τους.
Η Αναζήτηση ισορροπούσε τα στάνταρ του Σκοπού, και κατέρριπτε τις εμμονές του Πρέπει.
Ο χρόνος περνούσε, ο Σκοπός και το Πρέπει, δούλευαν νυχθημερόν, μόνο η Αναζήτηση έμενε σχεδόν ανεκμετάλλευτη.
Ελάχιστοί της άνοιγαν την πόρτα τους. Βλέποντας οι άλλοι δύο ότι δεν δούλευε πολύ την απομόνωσαν, μονοπώλησαν το ενδιαφέρον των ανθρώπων και την παραγκόνησαν.
Έτσι άρχησε η απομόνωση της. Προσπαθούσε να βρει τρόπους για να γίνει χρήσιμη. Τίποτε όμως δεν άλλαζε.
Ήταν Φθινόπωρο είχαν εμφανισθεί τα πρώτα κρύα, σχεδόν κοντά της κάποια χελιδόνια αγκαλιασμένα προσπαθούσαν να ζεσταθούν απο τα κορμιά τους.
-Μα τι κάνετε; Πρέπει να φύγετε. Ο Χειμώνας όπου νάνε έρχεται, και δεν νομίζω οτι θα τον αντέξετε. Δεν είστε σαν τα άλλα πουλιά, οι φωλιές σας έχουν πια καταστραφεί, και η Άνοιξη είναι ακόμη μακριά τους είπε.
-Και που να πάμε; Οι ηλιόλουστες χώρες είναι μίλια μακριά και το ταξίδι δύσκολο. Δεν υπάρχει τίποτε που να μας παρακινήσει γι’ αυτή την περιπέτεια.
-Μα φυσικά και υπάρχει. Η Αναζήτηση...αυτή που θα σας κάνει να νοιώσετε δυνατά, αυτή που θα σας δώσει δύναμη για επιβίωση, αυτή που θα σας φέρει την ερχόμενη Άνοιξη πάλι εδώ.
-Και πιστεύεις ότι μπορεί να μας ακολουθήσει;
-Αρκεί να το θελήσετε...είμαι εδώ δίπλα σας, και θα σας ακολουθήσω όπου κι αν πάτε.
Από τότε η Αναζήτηση ταξιδεύει...πότε- πότε επιστρέφει, και περιμένει...
το κάλεσμα μας.....

... Και μετά ξύπνησα...


Παίρνω παραμάσχαλα το ακρωτηριασμένο κομμάτι του φεγγαριού και συνθλίβοντας τα χέρια μου με την λαιμόκοψη του μαχαιριού του πόνου για να αποφύγω τις μάταιες κινήσεις διάσωσης στο νερό από το νερό και με μία τελευταία κοιταγμένη στα μάτια ανάσα, βουτάω στο βυθό...
Όλες οι αναμνήσεις μου, σαν νύχτα τελευταίου χορού φοιτητοδιαπάλης που τυραννίστηκε αρκετά να εμπεδώσει τα βήματα με μυαλό ανοϊκού και οι φιγούρες που αγάπησα, τώρα πια, ένας δεύτερο χέρι βαμμένος τοίχος... Από κάτω εναπομείνασες οι ξεπλυμένες πετρόλ και ξεραμένες διαφυγές από το χθες και από πάνω, ένα δεύτερο χέρι πλαστικό χρώμα, να μην επιτρέπει στα γραπτά να περάσουν δάκρυα και γέλια ντυμένα σε στιχάκια...
Η πολιτική του καπιταλισμού που όλα τα ακυρώνει κατακερματίζοντας τον κεφαλαιοκρατικό κορβανά της ελευθεριακής πεμπτουσίας, δεν αφήνει πλέον τίποτε στο διάβα του οδοστρο-σω-τήρα θυμού που απαγορεύει με νόμο περί ιδιοκατοίκησης την μνήμη να ξαναεισέλθει στο πατρικό της λήθης...
Ακόμα και τα χρώματα γίνανε πλαστικά, άκαμπτα, άοσμα, άμορφα... και πάνω από όλα, γίνανε στρατοκρατικοί νόμοι που απαγορεύουν κάτι να μείνει έστω και με αντιπαροχή στο κτήμα της μνήμης...
Κάθε μου στίχο, τον παρέσυρε στη σύγκρουσή του επάνω, ένα βετέξ... Βρώμικο σαν τα λόγια τα ακάθαρτα πολιτικών πεσόντων ανδρών που λασπώνουν συνειδήσεις, γλοιώδες σα μαστίχα που κόλλησε στην πολυτριμμένη σόλα του παπουτσιού μου...
Ένα βετέξ... Σημάδι των καιρών πως όλα πρέπει να υπακούσουν στη μνήμη του χρυσόψαρου... Όλα τα θανατικά με ελληνική σφραγίδα γνησιότητος προελεύσεως...
Κι όλα σφραγισμένα αεροστεγώς σε βαζάκια με ταινία προστασίας, μην και κανένας ομοϊδεολόγος μου, αποτολμήσει να κλέψει μία θύμηση μέσα από τα βαζάκια που δες τα τι ωραία και καμαρωτά στέκονται στο ράφι των νέων ιδεοθυμάτων του άκρατου καπιταλοκρατισμού...
Ένα βετέξ και τώρα αναζητώ που πνίγομαι σε μία σταγόνα στο πάτωμα... Ένα βετέξ να με στεγνώσει και μαζί να με οδοστρώσει... Όχι, δε λέω ανακρίβειες... Ούτε πομφόλυγες πτερόεντα λόγια σχηματίζω με τα χείλη τα σαρκώδη της οργής μου...
Είναι καιρός που λογίζομαι εξυπνότερος του απολίτικου τεχνοκρατικού μηχανογραφικού χαρτοτυλικτογραφειοκρατικού πολιτισμού και πλέον σκέφτομαι πως θα μηχανορραφήσω με την παιδαριώδη πολλών ραδιουργία...
Κι έτσι, το βετέξ θα κοροϊδέψω και την βιομηχανία του πλουτοκρατικού αεργοανεργοριζοσπαστικού barcode μου θα χλευάσω και θα πω...
Έλα βετέξ, έλα, με τον οδοστρωτήρα σου, έλα, να με αφομοιώσεις στο πάτωμα, σαν οξύ που αφήνει σημάδι, κουσούρι κι αποτύπωμα, εκεί να αφήσω αιώνιο αέναα σεβαστό τον γραφικό μου χαρακτήρα...

Σε χρησιμοποίησα βυθέ...

Σκούριασες πια στην αχρηστία της σκέψης σου...

Σε έπνιξα...

Κέρδισα...

και μετά ξύπνησα...

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2007

Στοίχειωσε...

Στοίχειωσε το νέο σπίτι
από τα παράπονα
των παλιών του ενοίκων...
στοίχειωσε κι ο κήπος
που έκανε ό,τι μπορούσε
να κρατήσει τις ρίζες βαθιά
στην τεράστια καρδιά του...
Χώμα πατρίδα μου,
χώμα οι σκέψεις μου,
πολιόρκισαν τη θάλασσα
μήπως και η αλμύρα
βυθίσει τη λύπη
του νέου σπιτιού.
Να σου μιλώ και η ψυχή σου να κοιτά
εμένα, το ομορφότερο αγκάθι
της μοναξιάς σου...
Στοίχειωσαν τα παιχνίδια εκείνου
του μικρού πρωινού...
Κι εγώ διατηρώ το χτικιό
της φυσαλίδας του μοναχικού αερικού.
Η δυνατή μουσική
βηματίζει στη νύχτα μου.
Το πιάνο άρχισε να παίζει
κι εγώ έγκλειστος στο στοιχειωμένο σπίτι
εξομολογούμαι
στην πληγή που μόλις έκλεισε
πως ακόμη σ'αγαπώ
ακόμη ελπίζω...

Η πρώτη γραφή...

Όταν καταγραφεί στο μυαλό η εκκίνηση μιας σκέψης αρχίζει να τρέχει μπροστά η πρώτη λέξη ακολουθούμενη από άλλες που τρέχουν με μικρότερη ταχύτητα μέχρι την 1η τελεία। Κάπως έτσι γεννιέται ο πρώτος στίχος। Πότε είναι πλήρης στοχασμών κι αξίζει να γραφεί και πότε είναι κενός περιεχομένου; Η απάντηση βρίσκεται στη θεμελιώδη διαφορά που έχει ένας γράφων με διάθεση να γράψει από έναν ποιητικό νου με ανάγκη να εκφραστεί। Από τη στιγμή που δημιουργείται η ανάγκη σε έναν ν। π. να μιλήσει-σέρνοντας από το χέρι και την ψυχή- αρχίζει να λειτουργεί η λογική του ρήματος «γράφω». Η σκέψη τείνει να βαθαίνει, να συμπυκνώνεται. Ξεκινά σαν μια μεγάλη λίμνη. Όσο ασκείσαι και ζεις πνευματικά τόσο απορροφούνται τα νερά της από το έδαφος ωσότου καταλήξει σε στιγμή. Έδαφος είναι το σύνολο των βιωμάτων, των εμπειριών, των γονιδίων, των γνώσεων ο εαυτός που έχουμε διαμορφώσει διανύοντας τον μέχρι τώρα δρόμο μας στην τέχνη. Η διαδικασία της σμίκρυνσης είναι χρονοβόρα και επώδυνη. Αυτός ο κόκκος άμμου, η τελευταία σκέψη είναι η σταγόνα ακμής, η ατόφια ύλη του ποιήματος. Το νερό που απορροφήθηκε είναι οι λέξεις που σβήστηκαν, εκδιώχθηκαν, με σκοπό την απαλλαγή κάθε περιττού. Ό,τι πετάχτηκε είναι το υπέδαφος του ποιήματος. Ο χαρτοπολτός των απορριμμάτων είναι τα θεμέλιά του. Η παρρησία που απαιτείται για όσο καλύτερη απογύμνωση της σκέψης από τα στολίδια της εκζήτησης, της υποσυνείδητης προβολής του εγώ ή την ανούσια-έξαρση μιας πολυτελούς τεχνικής είναι δεδομένη σε κάθε ποιητικό νου. Τα πολύπλοκα νοητικά οικοδομήματα, οι δαιδαλώδεις λεκτικοί σχηματισμοί καταδεικνύουν πνευματική ρηχήτητα. Είναι απόδειξη ουσιώδους αδυναμίας για ενδελεχή αναζήτηση της κύριας σκέψης που ίσως ενθαρρύνει την έλευση μιας ιδέας στο φως. Ο ποιητικός νους νιώθει την ανάγκη να συναντηθεί με όλων των ανθρώπων τις ζωές κατά τη διάρκεια της δικής του. Να παλέψει, να παρηγορήσει, να καταδικάσει, να υμνήσει, να μοιραστεί τα πνευματικά του υπάρχοντα και να προσφέρει. Όχι με την ψυχολογία του ήρωα, του μάρτυρα ούτε ακόμη με του δημιουργού. Νιώθει την ανάγκη αυτή γιατί είναι ένας μοναχικός τεχνίτης και δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Γεννημένος με το χάρισμα να εκφράζεται λογοτεχνικά, ζώντας μια ζωή πνευματικά ανήσυχη, πολλαπλώς ασκούμενος στην τέχνη του και αενάως μαθητεύοντας τους όρους της ζωής και τη φύση του ανθρώπου, έχοντας αυτογνωσία γερή κι ευκολία αυτοαναίρεσης «αναγκάζεται» να δείξει το δρόμο. Αγαπά τον κόσμο χωρίς να τον μετουσιώνει μέσα του σε κοινό. Ξέρει πως γράφω σημαίνει αναζητώ. Σκάβοντας μέσα μου, ψάχνοντας την αληθινή μου ουσία, γνωρίζοντας την σοφία του παρελθόντος, ζω σθεναρά την αντίρρηση στο τέλμα και στο σκοτάδι. Αν ανθίσει κάτι, θα ΄χει ανθίσει αβίαστα στον καιρό του κι ίσως να μην είναι κανείς τριγύρω. Η φύση έχει τον τρόπο να εντάξει ότι αξίζει στην ιστορία της...Γράφω σημαίνει ψηλαφώ κι ελπίζω μια μέρα να βρω την τομή του εαυτού μου με τον ρυθμό του κόσμου. Γι’ αυτό η μόνη χαρά είναι η στιγμή της συνάντησης. Όταν η σκέψη ντύνεται την ποιητική της μορφή και βγαίνει να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους. Αν γίνει η συνάντηση αυτή τότε έχει λόγο ύπαρξης το ποίημα. Τότε «γεννιέται». Και μόνο τότε δικαιώνεται ο νους που με σιγουριά πλέον ονομάζεται ποιητικός. Όλη του η ζωή καταξιώνει τη γραφή του και κάθε του λέξη καταξιώνεται από τη ζωή του. Ο λόγος του, ο χρόνος του, πώς τον μοιράζει και που οι φίλοι του, όλα εναρμονίζονται με την αύρα και το βάρος της προσωπικότητάς του, που είναι ο δείκτης της πνευματικότητας και της ποιητικής του δύναμης. Ο ποιητικός νους έχει αντισώματα. Δεν προσβάλλεται από τον ιό της έπαρσης. Ούτε υιοθετεί ψευδή ταπεινότητα για να ισορροπήσει με την ανασφάλεια και την ανάγκη της προβολής του. Έχει δημιουργημένη άποψη, έχει λόγο. Αντίθετα ο γράφων αγγίζει το χαρτί με κίνητρο μια αγάπη για την ποίηση που στην ουσία είναι αγάπη για το γράψιμο και ακόμα βαθύτερα αγάπη του εαυτού του μέσα από το γράψιμο, αγάπη για το αίσθημα καταξίωσης που παίρνει από τους άλλους ή κι από τον ίδιο του τον εαυτό. Γι’ αυτό διαλέγει το εμφανές-ανέκοπο κομμάτι της τέχνης, την «εύκολη δουλειά» κι όχι την μελέτη, το στοχασμό και τη σιωπή. Αγνοώντας ή αδιαφορώντας για το βασικότερο στοιχείο της λογικής του ρήματος γράφω, που είναι η σιωπή, η πλούσια σιγή, μιλάει. Ο σπόρος της ποίησης όμως γονιμοποιείται στη σιωπή. Ο γράφων εισπράττει το ρήμα γράφω κυριολεκτικά κι όχι με την μεταφυσική έννοια και με τους φανταστικούς όρους της λέξης. Γι’ αυτό γράφει ακατάπαυστα, διαβάζει ελάχιστα χωρίς περισυλλογή και καλλιέργεια και τυπώνει πολύ νωρίς, χωρίς δισταγμό την κάθε του λέξη επιζητώντας συνειδητά ή ασυνείδητα τον θαυμασμό. Η αποδοχή και η καταξίωση όμως είναι συνέπεια του έργου κι όχι κίνητρο της γέννησής του.



Κάθε απόπειρα γραφής η συγγραφής είναι αποδεκτή αρκεί να είναι ορισμένο με σαφήνεια μέσα μας το αληθινό κίνητρο και με τιμιότητα ομολογημένη η πρόθεση μας. Εύκολα ένας γράφων μασκαρεύεται σε ποιητικό νου. Το λάθος κίνητρο όμως βοά σε κάθε του ποίημα. Συχνά διαβάζω ποιήματα «άδειες κορνίζες». Όσο όμορφα κι αν είναι δεν έχουν φτερά να ανοίξουν για να πετάξουν. Όσο όμορφα κι αν είναι δεν παύω ποτέ να αναζητώ τη φωτογραφία. Δεν παύω ποτέ να αναζητώ τον θαυμαστό ποιητικό νου που φωτίζει με χιλιάδες ήλιους το βλέμμα του ποιητή και καθρεφτίζει τη Ζωή όλου του Κόσμου.

Φέρνει μαντάτα το φτερό

Πώς να σου το πω,

ψιθυριστά με άνοιγμα των χειλιών πελώριο,

ουρανός που φέρνει στα χέρια μισολιπόθυμη τη βροχή

να δροσίσει τα σπαρτά που κοιμούνται στη απεργία της σιωπής…

Θέλω να σου το πω,

χαραγμένο με δάχτυλο σε σκόνη τζαμιού,

σε παλάμες μοιρασμένες στο φιλί και το χάδι,

ανυπόστατη απόδειξη εγκλήματος…

Πώς να σου το πω,

Με ψωμί και βούτυρο σε απλωτές μαχαιριές σε καλοκαιρινή βεράντα,

Με σταρένια γεμάτη φωνή και στήθος παρέλασης ολόρθο,

Με χαμένα πυροφάνια σε ψαριά φθινοπώρου,

Με λέξη που σκαρώθηκε στον ύπνο του έρωτα,

χίλια χέρια ενός χεριού,

αναμνηστική επανάληψη μίας κίνησης…

Θέλω να σου το πω,

Με άρνηση συλλαβής που τραβά δίχτυ προς την ξηρά,

Με πεθαμένο τρέμουλο σταγόνας κρασιού που χορεύει στα χείλη,

Με βαμμένο κόκκινο φεγγάρι επάνω σε ράχη γυαλιστερή ψαριού

Τη νύχτα που η πανσέληνος φορά τους πλανήτες νυφικό

Και παντρεύεται την αλαφράδα του αφρού στη μία το πρωί…

Θα σου το πω,

Να το συλλάβεις με χειροπέδες ανέμου που το ταξιδεύουν,

Να το πιεις με το δάκρυ της βροχής,

Να το ζυμώσεις σε φύλλο πίττας το μεσημέρι,

Να το φυσήξεις καθάριο σε αλεύρι απλωμένο…

Να στο ξαπλώσω σε λόγο πλάγιο,

Κουρνιασμένο στο κρεβάτι πριν κοιμηθεί ο ύπνος…

Καληνύχτα…